Follow by Email

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

                                    
                                      Καφενείο

Στο καφενείο «Ο ξεπεσμός» γνώρισα δυό αστέρια,
Στο πλάι τους καθότανε μία ξανθιά αιθέρια
Σαν χόρευε, η άνοιξη φύτρωνε απ’ τις γρίλλιες
Τα αστέρια λίγωναν γι αυτήν χορεύοντας καντρίλιες.

Δίπλα τραπέζι  ο θάνατος αχόρταγα κοιτούσε
Τα χρώματα της άνοιξης με ζήλεια τα γροικούσε
Σαν λικνιζόταν χαρωπή τα φύλλα της σκορπούσε
Ο θάνατος θανατικό κάπνιζε και βογκούσε.

Πιο βαθειά μες την αίθουσα ο έρωτας πιωμένος
Με την γραβάτα ανοικτή κοιτούσε σαν χαμένος,
Δύο χειμώνες κάθονταν στο απέναντι τραπέζι
Κοιτάζοντας περίεργα  έρωτα να τους παίζει.

Γκαρσόνι στ’ άσπρα ο χιονιάς ντυμένος πιγκουίνος
Το βιος του κέρδιζε θαρρείς βαμμένος αρλεκίνος
Στον κεραυνό σερβίρισε μια μερίδα ειρήνη
Μπουμπουνητά ακούγονταν σαν μοίραζε ευθύνη.

Κάπου στα ξημερώματα ο θάνατος μεθάει,
Όλα της φύσης τα στοιχειά θάνατο τα κερνάει,
Με μιας παγώνει ο έρωτας, τα δυό αστέρια σβήνουν,
Άνοιξη και μπουμπουνητά σε μια καρέκλα φθίνουν.

Μια νύχτα διασκέδασης στο μηδέν καταλήγει
Την επομένη εξέλειψαν με μιας όλα τα είδη
Το καφενείο πτώχευσε, του βάλαν και ταμπέλα,
« Μας δίδαξεν ο θάνατος πως η ζωή είναι τρέλα».                        


Νίνα Μαγ.


Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Λοιπόν,
Να προχωράει η ζωή
Κι εσύ να λείπεις
Να φλέγομαι απ’ το παρελθόν
Κι αρρωστημένες θλίψεις
Να πνίγονται οι μέρες μου
Απ’ όνειρα σβησμένες
Ανύπαρκτα τα χάδια σου
Σε ξέρες ρημαγμένες.
Ρητά απαγορεύονται
Στους περιορισμούς
Μοίρασες μ’ ένα άγγιγμα
Στους αναστεναγμούς
Κάπου εκεί μ’ αρνήθηκα
Και μ’ έκανα να κλαίω
Κομμάτια από το είναι μου
Μοιράζω μα δεν φταίω
Είναι που εσένα πίστεψα
Κι ελπίδες περιρρέω
Αναζητώ το παρελθόν
Και μία πλάνη καίω
Ανάμεσα απ’ τα δάκρυα
Το βλέμμα σου ιχνηλατώ
Συνομοτούνε τα όνειρα
Στον ίσκιο σου πενθώ
 .....................................
Μα τώρα φλέγεται η ζωή σαν έρχεσαι μπροστά μου
Το σχήμα της παράπλευρο μαζί και η καρδιά μου
Ελπίδες πεταρίζουνε και στέκονται κοντά μου
Τα χάδια σου φυτρώνουνε στα στείρα ψέμματα μου
Παιχνίδι παίζει η ζωή στα άχρηστα μέλλοντα μου.


Νίνα Μαγ. 


Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015



HE

The paradox immediately has to be dissolved 
With the bullets of hypocrisy I’ll have to be shot
My own, true happiness I will execute myself,
In the mirror of emptiness my fate will be met.

In the silence of the pain my soul is now trembling 
Whispering sad words that my heart seems to be treading
Teardrops from the psyche enveloping my existence
My past will be resolved echoing my resistance. 
               
SHE

The bullets passed next to me scratching my mind
Their purpose was to aim my heart with all its kind  
Forcing an arbitrary change in my courageous dreams
Like the fascist who hurts people with his lethal beams.

The murderer remote and beloved
Suddenly aims to the land of the devoted
Resembles a chased animal, the door slams at my face
Encapsulating me in the strange nowhere place.

The dust from the floor I solemnly collect
In the places he stepped a temple I will erect
My memory with sighs I will bitterly caress
A deposit on the tomb of our past tenderness.

From the land of the paradox sweating I return
Torn and alone I ran from the yearn 
My soul still entrapped in his bully, false words
Stops palpitating along my life and all its force.  

On my breaths I load the presents of forgetfulness,
The window of the chances I shut down in restlessness
Full of sweat I die out facing the uphill
The return to the land of logic is heavy and  unreal.

Nina Mag




Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015



Το μηδέν απότομα τα μάτια άνοιξε.. Ακούμπησε το κομμάτι του κορμιού του που οδηγούσε στον εγκέφαλο και βεβαιώθηκε πως ήταν ακόμα ζωντανό. Η καρδιά παλλόταν ρυθμικά κάτω από την μπλούζα,  άκουγε τους  χτύπους της στην απόλυτη ησυχία του δωματίου κι  η μεγάλη φλέβα στο χέρι εξογκωμένη καθώς ήταν, έμοιαζε να δρασκελίζει την ζωή ακολουθώντας ροή ποταμού. Με αργές κινήσεις χάιδεψε πρώτα το γαλάζιο αστέρι στο αριστερό του χέρι  και κατόπιν την μωβ πεταλούδα στο στήθος, τα δυο σύμβολα που είχε επώδυνα χαράξει στην σάρκα του για να το συντροφεύουν εφεξής κι έριξε μια θλιβερή ματιά στην ηθική του υπόσταση. Διασωληνωμένο καθώς ήταν σε βουβό κλάμμα αναλύθηκε. Το ίδιο πρωί, βγαίνοντας το μηδέν  από το σπίτι του δεν φανταζόταν ότι θα συναντιόταν με το μοιραίο απροσδόκητο.  Την στιγμή ακριβώς που τα πρέπει του σκόπευε να πετάξει από ύψος, όταν από εγωισμούς θα έγδυνε το άναρχο κέλυφος του, ο πιλότος υστερικά του φώναξε ότι το δικινητήριο έχανε ύψος. Πετούσαν πάνω από μια επαρχιακή πόλη -το μηδέν κι ο πιλότος της αερολέσχης- και χάζευαν την ελληνική αφελή επαρχία. Το μηδέν, γνωστός κυνικός τιμωρός  μειδίαζε ειρωνικά στη θέα των κύκλων που οι επαρχιώτες συνήθιζαν να διαγράφουν κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία στις πλατείες. Ελλείψει θεαμάτων, οι αστοί που στην γη σταθερά πάταγαν, κάθε που τους έβλεπαν να περνούν από τα μέρη τους, τους χαιρέταγαν κι ο πιλότος, συχνός επισκέπτης του εναέριου χώρου τους έναν αετό είχε κρεμάσει στην ουρά του δικινητήριου. Πάνω του γράμματα έβαζε γεμάτα επιθυμίες, ανύπαντρες γυναίκες που ταίρι ζητούσαν κι άλλοι που απ’ τα δεσμά τους να απαλλαγούν ήθελαν, ξόρκια και μαγικά για να ταίσει τους επίγειους μύθους, όλα στον άνεμο να σκορπίσουν και να σκορπιστούν.. Το μηδέν στήλωσε πικρά το βλέμμα του στον πιλότο. Το προηγούμενο βράδυ είχε υπάρξει θύμα εγκατάλειψης όταν το κατά φαντασίαν σημαντικό άλλο τόσπρωξε με μανία πάνω στις ράγες του τραίνου των ανεκπλήρωτων προβλέψεων. Από θαύμα γλύτωσε την απόρριψη καθώς ένας περαστικός αχός το επανέφερε στη ζωή κάνοντας του τεχνητή αναπνοή με χάδια. Και τώρα, πριν καν προλάβει να συνέλθει από τον παρολίγο θάνατο κινδύνεψε ξανά, αλλά αυτήν την φορά απειλήθηκε με το πραγματικό φαινόμενο. Οι εικόνες του πεσίματος καρέ-καρέ πολλαπλασίασαν τα δάκρυα ποτάμι, οι  σκιαγμένοι μουστακαλήδες από πάνω του να σταυροκοπιούνται, ο αμελής πιλότος ατολμία πλημμυρισμένος να διαχέει το σκουληκιασμένο του εγώ ξέπνοα, τα τρομαγμένα σκυλιά  που άραζαν στην πλατεία αλαφιασμένα να διαδίδουν το αναπάντεχο συμβάν και τελικά ο μηδενισμός του μηδέν. Κάπου στην αδικία του χρόνου, πριν λιποθυμήσει,  είχε πιστέψει  πως αγαπήθηκε. Ακρωτηριασμένες μνήμες το έκαψαν, το κλάμμα στέγνωσε από την ψυχή του, χάιδεψε με θάρρος τις μόνιμες ζωγραφιές πάνω στο σώμα του, η πεταλουδίτσα τίναξε χαριτωμένα τα χρώματα από τα φτερά της, πάνω στο γαλάζιο αστέρι κάθησε και τα δυο μαζί ελπίδες γέμισαν το περήφανο μηδέν που’χε φουσκώσει. Ανέκτησε τις αναπνοές της μοναξιάς, το σκούρο απ’ την καρδιά του κόκκινο βάπτισε, φως γέμισε τ’ ορθάνοικτο μυαλό του, ρίγησε στις ζωντανές του αποφάσεις  μέλλοντος, με τον χιτώνα της διακριτικότητας ξαναφλερτάρισε, είμαι αυτόνομο κι επίγειο αντήχησαν οι τοίχοι του εγώ του, τ’ αστέρια έσβησαν κι όλα ξανά στην θέση τους επανήλθαν..

                             


Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Σε μια ξεκάρφωτη στροφή του διηνεκούς
Αναρωτιέμαι αν τη ψυχή μου ξενυχτάω
Μέσα απ’ την ώθηση λάθους επιφανούς
Τον νου ξεχώρισα σαν τις αυγές σκορπάω.

Αδειάζω τ’ αερόστατο με γρήγορη εκπνοή
Την άτυχη βαλβίδα του ίσα που ακουμπάω
Πλανεύοντας της θάλασσας μιαν άδικη κορφή
Τους ήχους μου καταπατώ σαν στο κορμί βουτάω.

Επαίρονται τα όργανα για νίκες σαρκικές
Τον Μάη μου προσφέρουνε σ’ οστέινο στεφάνι
Σαν ύαινα ο έρωτας μου στήνει προτομές
Το βλέμμα σου αναζητώ την ύλη μου να γειάνει. 

Χορεύω με τη νειότη μου για τελευταία φορά
Τις μνήμες της ιχνηλατώ σαν ελλειπής ψιχάλα
Μέλη που εξαρθρώνονται κάπου στην ξενιτειά
Εύχομαι πως θα γιατρευτούν στου Άδη την αλάνα.

Στου τέλους μου το έλεος τα δίχτυα μου έχω ρίξει
Σκαρί με βία κουβαλώ ενάντια στη σήψη
Επικρατεί το είναι μου στο πλήρες παρελθόν
Το σώμα μου αναχαίτισε κοπάδια στεναγμών.

Κάπου μετά το ύστερα τα μάτια σου χαζεύω
Σωρευτικά τα μέσα μας στο παρελθόν τα ζεύω
Παντρεύομαι τα χώματα που πάνω μου έχουν ρίξει
Μιαν έκδοχη αποχώρηση χαμογελά στη θλίψη.


Νίνα Μαγ. 31/05/2015       

                                 

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Φυλλωσιές



                                 

Στις φυλλωσιές του έρωτα πέταξα την ψυχή μου
Στους άνεμους των πόθων μου ξόδεψα την ορμή μου.
Κάπου, με βαρβαρότητα τιτίβιζε ένα αστέρι
Μα εγώ γυμνή ξεδιάντροπα σφάδαζα στην αγέλη.

Στις φυλλωσιές του έρωτα ξέχασα τ’ όνομά μου
Στους θάμνους του αγκυλώθηκαν όλα τα όνειρά μου.
Στα όρια της προσμονής έφτανα σαν χαμένη
Οι οκνηρές μου οι στιγμές, πόρνη κρεουργημένη.

Στις φυλλωσιές του έρωτα ορίζοντες σταυρώθηκαν
Στις εκβολές των ποταμών μ’ ελπίδες ανταμώθηκαν
Το σύμπαν κατακλίστηκε  με σκοτωμένα θέλω
Η τρέλα μου νυμφεύτηκε έρωτα σε μπουρδέλο.

Στις φυλλωσιές του έρωτα πλάγιασα με δυό σφαίρες,
Η μία στόχευσε στυγνά σε όλες μου τις μέρες,
Την άλλη την ξελόγιασα κατεύθυνση ν’ αλλάξει
Από την μέτρια την ζωή μήπως  με απαλλάξει.

Πέταχ Τίκβα, 29/01/2013

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Εγώ



Είμ η παρένθεση που ο λάγνος χρόνος ύπουλα άνοιξε
Μια κούφια ελπίδα σ’ άγριο ποτάμι που δεν με τράνωσε
Μια καταιγίδα στου άναρθρου πλήθους τον μισεμό
Είμαι ένα όνειρο που ούτε για όνειρο δεν θα το δω.

Είμ’ η αντήχηση που στα δεσμά της μονάχη θάφτηκε
Μια υπενθύμιση στον κούφιο λόγο που ούτε καν νοιάστηκε
Η καλοσύνη πηχτής ψιχάλας σαν ρυθμικά υπολείπεται
Είμ’ η κουκίδα σ’ άπληστο έρωτα που παραλείπεται.

Είμαι η αντίθεση στα όνειρα μου που αχνουφαίνω
Ρητή διτότητα που μακρυά της αργοπεθαίνω
Είμαι η σκόνη από αστέρια που εσένα φώτισαν
Τ’ απομεινάρι ρηχών καυμών μου που με εντόπισαν.
  
Είμαι τ’ απαύγασμα ψεύτικων νόμων που εγώ δεν κράτησα
Είμαι η έκπληξη φτηνών λαθών μου που δεν αγάπησα
Είμαι το έλεος που άτολμα δείχνω κι αποχωρώ
Είμαι η καρδιά που σαν μου γνέφει προσδοκώ.

Είμαι η αρχή στο τέλος που δεν έβαλα
Είμαι η δύναμη που κάποτε κατέβαλα
Είμ’ η τελεία που η ψυχή μου κουβαλάει
Είμαι στο τέλος, κάπου εδώ το κύμα σκάει..

Νίνα Μαγ.,  09/05/2014