Follow by Email

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Memories




Οι μακρυνές οι μνήμες μου μπαούλο κουρσεμένο
Αντίξοες ανάμνησες σε πύργο στοιχειωμένο,
Αχνά κεριά οι μέρες μου τον ίσκιο μου τρομάζουν
Η λογική μου κι η καρδιά ποτέ τους δεν πλησιάζουν.

Πεζά αντηχούν οι λέξεις μου στο σύμπαν που πληγώνει
Μία νιφάδα η ανάσα μου στο δάσος σαν παγώνει
Κρύφτηκαν όλοι οι στεναγμοί στον λυτρωμό του χρόνου
Το βλέμμα μου απόστρεψα στον ερχομό του φθόνου.

Σε λαβωμένο εγωισμό τύλιξα δυο ειμαρμένες,
Κύκλωσα τις ευθείες μου τις χιλιοτσακισμένες
Καυμούς δεν ολοκλήρωσα, χορδές μαλαματένιες,
Ήττες μετρώ απέλπιδες συμβιβασμούς ντυμένες.

Κατάρες από μάγισσες και ριζικά θαμμένα
Την μοναξιά μου σκότωσαν  με ψέμματα χαμένα
Το τέλος μου με γήτεψε κι ακύρωσε το τώρα
Έζησα θάνατο βαρύ και μια ζωή όλο δώρα.

 Πέταχ Τίκβα, 05/11/2012

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

Χτύπησα με δύναμη την αλήθεια στον τοίχο. Τίναξα τα ψέμματα απ’ το πέτο σου. Πέταξα στάχτες στα μαλλιά σου. Σε ράντισα με λήθη και γαλήνη. Μαλάκωσες νοτισμένος με ουίσκυ στολισμένος ένα λίτρο ψέμματα. Πασπάλισα τα δάκτυλά σου με χρυσόσκονη. Ούρλιαξα απ’ τον οργασμό που μου χάρισες. Κοιτάζοντας την οροφή του ιδρύματος σκέφτηκα να ευχαριστήσω τον εαυτό μου γιατί έζησα και χάρηκα κι απόκτησα παρελθόν παραβλέποντας το μέλλον. Είμαι στο τώρα και πετώ με τα πουλιά, βγαίνω απ’ το κουκούλι του μεταξοσκώληκα, ανοίγω τα μάτια μου για πρώτη φορά και βλέπω...Ανεβοκατεβαίνεις στα όνειρά μου. Στολίζεσαι με καπέλλα κι αλλάζεις τις μάσκες σου νυχθημερόν. Ουρλιάζεις μόνος σου τις νύχτες ζητώντας περισσότερα από τη ζωή. Παλεύεις να κρατηθείς στην κορνίζα που σε τοποθέτησαν. Φροντίζεις να μην περισσεύει τίποτα, ούτε χέρι, ούτε  μυαλό.
Φοράς ξανά τη μάσκα για να εισπνεύσεις. Αποζητάς τον θάνατο. Δεν έρχεται κι εσύ κλαις, κλαις...
Χαίρομαι που μολύνθηκα από την ύπαρξή σου. Οι περιπέτειες στις οποίες με πέταξες με καθόρισαν. Ξέχασα να περιμένω. Δυσκολεύτηκα στην κατάπωση. Σε λάτρεψα. Καθόρισα τα μονοπάτια μας. Ανέτρεψες τους δρόμους μας. Αγάπησα τα βλέμματά σου στο σκοτάδι. Ήσουν η αρχή κι εγώ έβαλα το τέλος. Είσαι ο άντρας. Είμαι η γυναίκα. Ζω. Ζούμε. Παρέα.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012





Ξέσκισα με τα χείλη μου κομμάτια απ’ την καρδιά σου
Ένωσα την ανάσα μου με τ’ αμαρτήματά σου
Ρίγησα κι αποτέλειωσα τα αναφιλητά σου
Μέσα μου τοποθέτησα τα φτερουγίσματά σου.

Ολόκληρη την ύπαρξη των δυο μας των σωμάτων
Θυσίασα για χάρη σου σε έναν Θ-ό φευγάτο,
Γεμάτο από έρωτα, σαν στάχτη σκορπισμένο
Κι εγώ πάνω στα σύννεφα πάντα σε περιμένω.

Όλα μας τα καμώματα ρομαντικά προσμένω
Πάνω σε άστρο ονειρικό με φώτα στολισμένο, 
Το βλέμμα σου για στέμμα μου θα έχω φορεμένο
Η αγκαλιά μου μια σπηλιά που σε κρατά κρυμμένο.

Απρόσμενος ο έρωτας και η αίσθησή του λάγνα
Τρελό το πάθος που ξερνώ σαν έρχονται τα βράδυα
Τον εαυτό ξεντύνομαι και ντύνομαι μιαν άλλη,
Αυτήν που ονειρεύτηκες προσφέρω στην αγκάλη!

Πέταχ τίκβα
12/06/2012

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Διαβατάρικα πουλιά τα χρόνια μου
Και η αξία τους  ανάλογα τη μέρα..
Μνήμες σπουργίτια που πετούν πάνω απ’ τη σφαίρα μου
Κι οι αναμνήσεις μια μαγεία πέρα ως πέρα.

Τα τρυφερά ενσταντανέ τρυπούν τη μνήμη
Μ’ ονόματα που χάραξαν πορεία αρνητική
Οι εποχές σκληρές ποτίσανε με φρίκη
Μια ισοπέδωση ζωής που μοιάζει ονειρική.

Ρολόγια που δουλέψανε ανάποδα κι αντρίκια
Ταξίδια στα πελάγη με ούριους ανέμους και βοριά
Βλέπω με κρατώντας την ψυχούλα μου αγκαλιά
Ψάχνοντας στα σκουπίδια μου να βρω παρηγοριά.

Στο άνυδρο και άγριο περιβάλλον που πετάω
Βρίσκω εμένα με την φτώχεια αγκαλιά
Τοπίο αφιλόξενο του κόσμου περπατάω
Οι αισθήσεις μου μπουχτίσανε και φέγγουνε αχνά.

Το σώμα μου ξεχείλωσε και κάλλη δεν μοιράζει
Την ομορφιά την χάρισα καθρέπτες να κουράζει
Τον Άδη τον εσμίλεψα πάνω στο μέτωπό μου
Οι επιλογές στο παρελθόν φόνευσαν το εγώ μου.

Θα ανοίξω τις φτερούγες μου να με προυπαντήσω
Ζέστη από τ’ αγκάλιασμα μπόλικη θα αντλήσω
Κάθε μου στραβοπάτημα με φλόγες  θα ραντίσω
Μ’ υπομονή το τέλος μου άξια να κερδίσω!

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

 Έχω κρατήσει ένα κομμάτι απ’ την καρδιά σου
 Να το χαζεύω τις νυχτιές μου τις λευκές,
Τόχω τυλίξει με τα άστοχα όνειρά σου
Σε  περιτύλιγμα που μοιάζει με οχιές.

Όλα τα χρόνια που κρατούσες τα όνειρά μου
Μέσα σε χούφτες δυνατές κι ευγενικές,
Είχα πιστέψει πως σε βρήκα πρίγκηπά μου
Πως είμαστε ένα και τελειώσαν οι ψευτιές.

Κάθε που αυγή ξημέρωνε η μέρα
Μάτια με πρόσεχαν που ήταν φωτεινά,
Τα μπράτσα γύρω μου προστάτευαν Εμένα
Κι εγώ χανόμουνα σ’ αυτή την αγκαλιά.

Το παραμύθι της ζωής μας έχει σβήσει
Μαζί του άπλωσες για άλλη τα πανιά
Η πίκρα πια το βλέμμα έχει λυγίσει
Τα μπράτσα ψάχνω και την τόση λεβεντιά.

Μοιάζουν οι μοίρες των ανθρώπων σαν σκοτάδια,
Παφλάζουν τα όνειρα στην φέγγουσα νυχτιά
Μια ευτυχία ξένη τριγυρνάει τα βράδυα
Παλεύει τάχατες να βρει απανεμιά.

Πέταχ Τίκβα 03/05/2012





Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Στους φίλους μας..

Στους φίλους μας που φεύγουνε,
Στους φίλους μας που φύγαν,
Στις σκέψεις μας θα φέγγουνε,
Στις σκέψεις χαρακτήκαν.

Αγκάθια ροδοστάφυλα αιώνια πλεγμένα
Ακυρωμένα όνειρα στο χώμα πατημένα,
Όλες μαζί μας τις στιγμές σε εαρινό στεφάνι,
Μονάχη μου τις έπλεξα και μπήκα στην χοάνη.

Τα θρύψαλα ακολουθώ της έρημης καρδιάς μου,
Της άγιας μου της μοναξιάς κομμάτια της νυχτιάς μου,
Τα βήματα που κάναμε αντάμα στο ταξίδι
Θα μείνουνε μετέωρα στης έλλειψης την μνήμη.

Πικρό για πάντα χωρισμό μου έχει επιβάλλει
Η σάρκα που μ’ αποτελεί και που με περιβάλλει,
Είναι ατέλειωτη η φθορά, τη νοιώθω να με καίει
Τον εαυτό μου έθαψα, τον είδα να με κλαίει..

Πέταχ Τίκβα, 26/04/2012

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Το μέρος σχεδόν πάντα οικείο
-αν και κρύο-,
Τεστοστερόνη σε περίσσεια
Ξεπλυμένη με καφέ,
Περιλουσμένη διάχυτη μια γοητεία
Εκεί που χάνεται το σήμερα στο χθες.

Μάρμαρα στοιβαγμένα σε ίσιες στήλες
Έρμαια σε επικείμενο σεισμό,
Βυζαντινή γραφή και άσπρο χρώμα
Που σκιάζει και τον πιο θαρραλέο στρατηγό!

Ξανθό μαλλί, γαλάζια μάτια
Ελληναράς με μπράτσα αδρά.
Γλυκά τα ονείρατά του, πλάνα,
Μακριά τον ταξιδεύουν τακτικά.

Ανήσυχος στο πνεύμα και στο σώμα
Ξεχώριζε απ’ όλους στα γιατί,
Το πνεύμα του συχνά αναδευόταν
Σε μια άπατη δίνη, αυτοκαταστροφική.

Λατρεύει την ΠΑΝΑΘΑ
Κι ήταν αλήθεια τόσο αστεία
Στα μάτια μου
Η εμμονή του αυτή!

Τους ήσυχους πελάτες του σεβότανε
Φροντίζοντας να μάθει απ’ αυτούς.
Το κατακάθι της ζωής τους ενστερνιζότανε
Μπας κι αποφύγει τους αγιάτρευτους καημούς.

Τα μάτια έκλεινε τραβώντας τζούρες
Παραδομένος σ’ ένα πάθος του τρελό.
Πότε ένας έρωτας –μια ακόμα πλάνη-
Τον τράβαγε έξω απ’ τον κόσμο αυτό.

Τον γνώρισα στη φάση Που η καρδιά του
Είχε πλεχτεί μαζί μ’ Εκείνης που του πήρε τα μυαλά..
Φρένο προσπάθησα να βάλω στα όνειρά του
Που είχαν αντίκτυπο στης μοίρας  τα  ιερά.  
 Μάταια έδινα εγώ την συμβουλή μου
Που’ χε  σαν βάση της ζωής τα λογικά.

Ζωγράφος ξακουστός αν θες να γίνεις
Πρέπει απ’ τα πάθη σου ν’ απέχεις σθεναρά
Ο συνδυασμός της νικοτίνης με την καφείνη
Θανάσιμος κίνδυνος είναι για την αδρεναλίνη
Και κινδυνεύεις από ζωγράφος
Αλλοπαρμένος ποιητής εσύ να γίνεις
Και την κατάντια μου να χεις κληρονομιά
Μια Κυριακή απόγευμα αντί να ζωγραφίζεις
Στιχάκια να απλώνεις στη σειρά..

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012



Σαν φέγγουν τα καντήλια των ψυχών
Τις μέρες των μεγάλων στεναγμών
Το θρόισμα των φύλλων π’ αναπνέουν
Το πέταγμα των γλάρων σαν ασθμαίνουν,
Την τύχη μου την δόλια καταριέμαι
Την άπνοη ζωή μου έτσι αρνιέμαι.

Σ’ ένα ζευγάρι των τριών,
Μικρών κι αθλίων  αρχηγών
Μ’ έχει καρφώσει,
Πάνω σε ξύλινο σταυρό,
ανάποδο και ταπεινό,
Μ’ έχει ακυρώσει.
Τις ήρεμες κινήσεις μου,
Τις φρούδες εκτιμήσεις μου
Έχει δηλώσει.

Ξεκίνησα τον στεναγμό
Μ’ αγάπες ν’ απαλύνω,
Κατέληξα με κλάμματα
Το βιος μου να το φτύνω.
Μπήκαμε όλοι στον χυλό,
Στο τρίγωνο τ’ απατηλό
Του πόθου και του πάθους,
Οι ανάσες μας μπερδεύτηκαν
Τα σώματα πλανεύτηκαν,
Οι γνώμες ταλαντεύτηκαν.
Σαν  η θητεία έληξε
κελάιδισε ένα αηδόνι
Και  ο χυλός  εξύνισε
κι οι τρεις μας πεταχτήκαμε
μια νύχτα στο σιφόνι..

Είσαι ζωή απρόβλεπτη
Στο πάρε και στο δώσε
Βίους παράλληλους σκορπάς
Κι ύστερα σαν τους εξαπατάς
Σκουπίδια τους φορτώνεις.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Την τοξική αγάπη σου ένοιωσα στο κορμί μου
Τη θλίψη μου και τη χαρά μετέδωσα απ’ το φιλί μου
Όλα του βιου τα δύσκολα τις χάρες και τις λύπες
Μέσα σου εναπόθεσα και τρυφερά τα πήρες.

Όταν τ’ αστέρια λάμπουνε και ο αέρας πνέει,
Όταν η νύχτα έρχεται κι ο νούς μου αναπνέει,
Είναι μονάχα πούσαι εσύ στα πέρατα κρυμμένος
Πίσω από λέξεις και ματιές με μάγια αναθρεμμένος.

Φέγγεις σαν άστρο ονειρικό, ξεκούραση στα μάτια,
Σκλάβα έχεις τη σκέψη μου και τα δεσμά σου χάδια,
Τον έρωτά μου ακουμπάς, δειλά με ξεσηκώνεις,
Σαν την ελευθερία μου με τέχνη ακυρώνεις.

Δεν θέλω να ελευθερωθώ ποτέ απ’ την αγκαλιά σου
Τις προσταγές σου θα κρατώ μέσα από την καρδιά μου
Προστάτη μου και φυλαχτό στο στήθος μου αιώνια
Κατώφλι δίχως γυρισμό η αγάπη μου στα χρόνια.

6/11/2011 


Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

ΑΠΟΧΑΙΡΕΙΤΙΣΜΟΣ

Φόρεσες το μαύρο σου κοστούμι,
Έπιασες να λες κι ένα τραγούδι
Διάλεξες  σκοπό λυπητερό
Πάλεψες να κρύψεις τον καυμό.

Σήμερα υπολόγισες πως θα ‘σουν ένας άλλος,
Το τόνισες στη σκέψη σου σαν νάσουν παπαγάλος,
«Είσαι μια κούκλα μάτια μου» χαιρέτησες ξερά,
Σαν ξένος προσποιήθηκες ακόμα μια φορά.

Εκείνη λοξοκοίταξε με ύφος μιας κυρίας,
Τ’απομεινάρια σκούπισε της χθεσινής λαγνείας,
Το βλέμμα σου συμμάζεψε με κρύα ηρεμία
Τα νώτα της σου γύρισε να φύγει η τρικυμία.

Σκέφτηκες πως την γνώρισες, τι ένοιωσες σαν είδες
Τα βλοσυρά τα μάτια της, το υπέροχό της στόμα
Ο πόθος σε κυρίευσε και σε κρατάει ακόμα,
Αυτό το θεικό κορμί που μοιάζει με κυκλώνα.

Την πόρτα πίσω σου έκλεισες και βάδισες στον δρόμο
    Τα σύννεφα μαζεύτηκαν να σου ανοίξουν χώρο,
Τις αποφάσεις σου να δεις σαν καθαρό νερό
Χώρια της πως θα ήσουνα στον φρέσκο ουρανό.

Σκληρή ήταν η απόφαση που έμελλε να πάρεις
Κι η φαντασία να ακολουθεί σαν μόνιμος μπροστάρης...
Μια μοναξιά ζωγράφισε η κάπνα της καρδιάς σου
Μεσ’ την δουλειά σου χώθηκες να σβήσεις τα όνειρά σου.

Το βράδυ την αντάμωσες βουβά να περιμένει
Στην ετυμηγορία σου απλά παραδομένη
Έκανες την υπέρβαση και προσδοκάς μιά έκσταση
Το τέλος σας ανέβαλες κι όρισες την επέκταση.

Το αύριο τοποθέτησες στα χέρια της ελπίδας
Είναι το μέλλον έγχρωμο, το προιόν της νάμας
Εκείνης που σας ένωσε και σας κρατά ακόμα
Το βιός σας όλο έβαλες σε χρυσαφένιο στρώμα!







Με σκανταλιά ξεπρόβαλαν στο βάθος οι ακτίνες
Για μια στιγμή  αισθάνθηκα του χρόνου τις ελπίδες
Δειλά δειλά ο ορίζοντας μου έκλεισε το μάτι
Μπροστά μου σχηματίστηκες σε μιαν οφθαλμαπάτη.

Την μοναξιά σου χάιδεψα γλυκά στα δυο μου χέρια
Άνοιξα τον πυρήνα της κι ενστάλαξα δυο αστέρια,
Στα χείλη μου την κράτησα για να μην κακοπάθει
Μελένια την εβάπτισα μαζί μου να γιορτάζει.

Στο μακρυά που βρίσκομαι, σ’ απόσταση μεγάλη,
Συνέχεια σε ονειρεύομαι ιππότη καβαλάρη
Στα χέρια σου να με κρατάς, εμένα ν’ αγκαλιάζεις,
Στο βάθος της ψυχούλας μου ελπίδα να χαράζεις.

Δεν είναι που το βλέμμα σου παντού με συνοδεύει,
Δεν είναι που η σκέψη σου τη σκέψη μου χαιδεύει,
Είναι που εγώ στα μάτια σου διάφανη έχω γίνει
Μία μπαλίτσα από υγρό που αγάπη αναδίνει!

Αδέσποτο συναίσθημα ολούθε τριγυρνάει
Μορφή κι αν έψαξε να βρει στον άνεμο σκορπάει,
Τροφή να ψάχνει για να βρει στων σκουπιδιών τα βάθη
Εσένανε ν’ ακολουθεί και όλα σου τα πάθη!

Πέταχ τίκβα 16/01/2012