Follow by Email

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Φυλλωσιές



                                 

Στις φυλλωσιές του έρωτα πέταξα την ψυχή μου
Στους άνεμους των πόθων μου ξόδεψα την ορμή μου.
Κάπου, με βαρβαρότητα τιτίβιζε ένα αστέρι
Μα εγώ γυμνή ξεδιάντροπα σφάδαζα στην αγέλη.

Στις φυλλωσιές του έρωτα ξέχασα τ’ όνομά μου
Στους θάμνους του αγκυλώθηκαν όλα τα όνειρά μου.
Στα όρια της προσμονής έφτανα σαν χαμένη
Οι οκνηρές μου οι στιγμές, πόρνη κρεουργημένη.

Στις φυλλωσιές του έρωτα ορίζοντες σταυρώθηκαν
Στις εκβολές των ποταμών μ’ ελπίδες ανταμώθηκαν
Το σύμπαν κατακλίστηκε  με σκοτωμένα θέλω
Η τρέλα μου νυμφεύτηκε έρωτα σε μπουρδέλο.

Στις φυλλωσιές του έρωτα πλάγιασα με δυό σφαίρες,
Η μία στόχευσε στυγνά σε όλες μου τις μέρες,
Την άλλη την ξελόγιασα κατεύθυνση ν’ αλλάξει
Από την μέτρια την ζωή μήπως  με απαλλάξει.

Πέταχ Τίκβα, 29/01/2013

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Εγώ



Είμ η παρένθεση που ο λάγνος χρόνος ύπουλα άνοιξε
Μια κούφια ελπίδα σ’ άγριο ποτάμι που δεν με τράνωσε
Μια καταιγίδα στου άναρθρου πλήθους τον μισεμό
Είμαι ένα όνειρο που ούτε για όνειρο δεν θα το δω.

Είμ’ η αντήχηση που στα δεσμά της μονάχη θάφτηκε
Μια υπενθύμιση στον κούφιο λόγο που ούτε καν νοιάστηκε
Η καλοσύνη πηχτής ψιχάλας σαν ρυθμικά υπολείπεται
Είμ’ η κουκίδα σ’ άπληστο έρωτα που παραλείπεται.

Είμαι η αντίθεση στα όνειρα μου που αχνουφαίνω
Ρητή διτότητα που μακρυά της αργοπεθαίνω
Είμαι η σκόνη από αστέρια που εσένα φώτισαν
Τ’ απομεινάρι ρηχών καυμών μου που με εντόπισαν.
  
Είμαι τ’ απαύγασμα ψεύτικων νόμων που εγώ δεν κράτησα
Είμαι η έκπληξη φτηνών λαθών μου που δεν αγάπησα
Είμαι το έλεος που άτολμα δείχνω κι αποχωρώ
Είμαι η καρδιά που σαν μου γνέφει προσδοκώ.

Είμαι η αρχή στο τέλος που δεν έβαλα
Είμαι η δύναμη που κάποτε κατέβαλα
Είμ’ η τελεία που η ψυχή μου κουβαλάει
Είμαι στο τέλος, κάπου εδώ το κύμα σκάει..

Νίνα Μαγ.,  09/05/2014

Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

φύση


            

Εντελώς ανεπιτίδευτα και χωρίς καμμία προειδοποίηση το σύννεφο τρύπωσε στο φεγγάρι κι εκεί παρέμεινε ακίνητο να το κοιτά από κοντά. Άκουσε την ανάσα του, αισθάνθηκε την μαγεία που εξέπεμπε η αύρα του, αφουγκράστηκε τους χτύπους της καρδιάς του και μιας και δεν κατάφερε να το αγγίξει στην κυριολεξία, βάλθηκε να πλάθει με την φαντασία του  τις ζωτικές του λεωφόρους  ανεβοκατεβάζοντας σε  εγρήγορση φορτία  αμηχανίας. Από την εφηβεία του προετοιμαζόταν γι αυτή την συνάντηση, αλλά μέχρι πρόσφατα έκανε λάθος κινήσεις κι αντί να πλησιάζει απομακρύνονταν από αυτήν. Στα νειάτα του ξεγελιόταν με τον ήλιο τρέχοντας πίσω του..και τι δεν έκανε με τον ήλιο! Χρώματα άλλαζε σαν τον χαμαιλέοντα, μοίραζε σαρκική ευχαρίστηση  σε κάθε κατεύθυνση χαιδεύοντας κι απολαμβάνοντας τρυφερά χάδια, μελετούσε την λάμψη του και κόλλαγε δίπλα του μήπως από την λάμψη του πάρει κι αυτό. Ο ήλιος λαμπερός παρέμενε σταθερά εκεί. Τους χειμώνες άρχιζε τα νάζια και του κρύβονταν κάνοντας το ενδιαφέρον του σύννεφου εντονότερο κι έτσι με τα παιχνίδια τους τα χρόνια κύλισαν ώσπου το σύννεφο ωρίμασε. Σαν παλιός εραστής ο ήλιος άρχισε γεμάτος κακία να του στέλνει καυτές ακτίνες και να τον πληγώνει. Κάθε στιγμή ευτυχίας την αναιρούσε ένα νάζι, κάθε χαρά σε πίκρα συζυγική μετατρέπονταν. Το σύννεφο άρχισε να απομακρύνεται και συχνά το έβλεπαν να χαζεύει το φεγγάρι. Μυστικισμός αναδυόταν μπόλικος απ’ το σκοτάδι, η απόσταση ανάμεσα τους ανυπέρβλητη, η μαγεία του δεν άργησε να το τυλίξει. Πέρα από τον αρχικό του ενθουσιασμό για το ανεξερεύνητο μια φήμη το συνόδευε. Όλες αυτές οι ιστορίες με τους φεγγαράνθρωπους και οι περίεργες του επηρροές στους θνητούς, του διήγειραν το ενδιαφέρον. Τα βράδυα βάλθηκε να χαζεύει τις κινήσεις του,  να μετράει τις μοίρες των περιστροφών του. Τις μέρες που ήταν στην χάση το σύννεφο υπέφερε..που νάναι τώρα αναρωτιόταν..Βαθμιαία, το απόλυτο σκοτάδι απέκτησε άλλο χρώμα, άλλη μοναξιά. Τα μαύρα βράδυα μόνο του κρύβονταν προσπαθώντας να καλύψει το κενό της έλλειψης. Αυτό αύξαινε τις ανασφάλειες του. Έπρεπε οπωσδήποτε να το δει από κοντά, να δει τα λακάκια του, την στρογγυλή του φόρμα, τον πραγματικό του όγκο και διάσταση, την λάμψη του προπάντων, αυτό το φως που αναδυόταν από τον πυρήνα του. Εδώ δεν κινδύνευε να καεί. Θα πλησίαζε όσο ήθελε, όταν ήθελε κάτω από το πρόσχημα της απόστασης. Αυτός ο έρωτας θα διαρκούσε για πάντα, πίστεψε. Αλλά τώρα που αισθανόταν την θέρμη του άρχιζε να αμφιβάλλει. Για μια στιγμή πόθο ένοιωσε, σε απόρροια των προσδοκιών του το απέδωσε, θέλησε τρυφερά να αρπαχτεί απ’ το φεγγάρι, βίαια μέσα του να μπει, απόλυτους οργασμούς να δωρίσουν το ένα στο άλλο, ανεξίτηλα να χαράξει την ουσία του στον φλοιό του, εγκλωβίστηκε στην σκέψη του, επιστροφή στην γνώριμη επισφαλή αγκαλιά του ήλιου προς στιγμήν ονειρεύτηκε κι ύστερα η πίκρα του χειροπιαστά ανεκπλήρωτου παγερά τον χαστούκισε. Σαν από θαύμα, εκείνη ακριβώς την στιγμή το φεγγάρι αναστέναξε και νωχελικά ξεκίνησε να κάνει την καθημερινή περιστροφή του γύρω από την γη δείχνοντας στον εραστή που παραμόνευε την αθέατη του πλευρά. Η καρδιά του σύννεφου κόντεψε να σπάσει, δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του  και σαν έφηβος σε απόγνωση βρέθηκε από τα συναισθήματα του. Την φυσική του κατάσταση αγνόησε, την χαρά να σπαρταρά μπροστά του απόκτησε, ναι, δεν τον ένοιαζε τίποτα πια ούτε καν να εκδικηθεί τον ήλιο,  στο φεγγάρι μπροστά κίνησε να χορεύει, σαν τρελό λικνίζονταν πέρα –δώθε, εδώ είμαι αγάπη μου φώναζε, η αριστερή του πλευρά με την δεξιά ενώθηκε στο πνεύμα και στον όγκο, μόνο του αστραπές προκάλεσε ώσπου μικρές- μικρές σταγόνες  βροχής του ξέσκισαν τα σωθικά και το τέλος του του πρόσφεραν . Όταν ανακυκλωμένο θα επέστρεφε ζήτησε από τον δημιουργό του βράχο να τον φτιάξει, ακίνητος να μετρά τα χρόνια, χωρίς συναισθήματα και πνοή, χωρίς ψυχή και θέλω, στα τερτίπια του ήλιου και του φεγγαριού ανέπαφος να μένει. Λένε πως ο δημιουργός άκουσε τις προσευχές του, βράχο τον έκανε, έναν γερόλυκο στην έρημο τον κάρφωσε,  μονάχος σαν φάρος στέκει κι οάσεις γενναιόδωρα φωτίζει!

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Ξημερώνει  αργά η αυγή σήμερα στο πλάι μου, με κοιτάει χουζούρικα σπρώχνοντάς με απαλά στη μέρα. Ακούσια προσπερνώ την άρνηση και υπάκουα ακολουθώ τα γραμμένα.
Κατά την έξοδό μου συναντώ ανθρώπους βράχους, ανθρώπους αμμόλοφους, ανθρώπους θάλασσα. Ανηφορίζω πίσω τους ασθμαίνοντας στην ανηφόρα που μου επιβάλουν, χάνομαι με αγωνία μέσα τους από φόβο μήπως προκαλέσουν τον αφανισμό μου, κυλλάω πλάι τους, ένα φυλλαράκι που παλεύει να μείνει στην επιφάνεια. Όποια και νάναι η μορφή μου στον αγώνα της επιβίωσης το καύκαλό μου παραμένει σκληρό, τα μαλακά μου μέρη συρρικνώνονται εκτεταμένα μόνιμα σε θέση μάχης, η ψυχή τιμωρείται για όλες τις φορές που ενέδωσε γέρνοντας στις ανάγκες της, τιμωρημένη για την απομάκρυνση της από την φύση της ψάχνοντας το αρχέγονο συμπληρωματικό εγώ. Ξεγυμνώνω τον εαυτό μου στα μάτια του «σημαντικού άλλου», απλόχερα του προσφέρω φωτεινές αναλαμπές του παρελθόντος μου, αλτρουιστικά βουτάω μέσα του σε έναν άνισο αγώνα να καλύψω τις ανασφάλειες μου κατοικώντας στις πτυχές του μυαλού του ενώ ταυτόχρονα επουλώνω οδυνηρές καταστάσεις κι επιλογές, κεντάω την σάρκα μου με ευγενικά αισθήματα, κομμάτια από περίτεχνες πουντιές με την προσδοκία να αντέξουν στον χρόνο, όλα στην προσπάθεια μου να διατηρηθώ ακμαία. Χωρίς όρια, σαν την μάνα γη αλλάζω σχήματα και κατευθύνσεις, γίνομαι στείρα κι εύφορη, πλαταίνω σπέρνοντας την ελευθερία στο διάβα μου, μια τελεία καταλήγω, ένα βαρελότο που εξοστρακίζει παρελθόν.

  Κάπου  στα μισά του δρόμου έχω πλέον ανακαλύψει πόσο έχω συνθλιβεί από το παράδοξο. Χαρακώνομαι για να υπάρξω. Το ζώο μέσα μου επιτέλους δαμάζω. Κάνω το σώμα μου εργαλείο μνήμης στραγγίζοντας τα εγκεφαλικά του κύτταρα. Στους δαιδαλώδεις υπονόμους των ζωών καταλήγω αόρατη.  Αυτοεξόριστη σε μια ανύπαρκτη πατρίδα δωρίζω τα μέρη μου στον άνεμο και ευτυχώ. Στο αερόστατο του τέλους μου σκαρφαλώνω πετώντας ομφάλιους λώρους που με στραγγαλίζουν. Πρόκειται να βιώσω τον θάνατο της πληρότητας. Η  μαγευτική συνοδός μοναξιά  συγχωνεύεται με την μοναδικότητα στο αστέρι μου καθώς η καινοτόμος ανυπαρξία με διαπερνά. Επιτέλους κατανοώ την ύπαρξη μου..   

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Το Κολλητάρι

                      
Μια στείρα αντανάκλαση ενός υπέροχου εαυτού
Μία παρένθεση του νου, του τετριμμένου αχού,
Στον έρωτα γονυπετεί, σαν στον θεό προστρέχει,
Η σάρκα μην απαρνηθεί την φαντασία που ενέχει.

Δανείζει φρούδες αγκαλιές και σιωπές περίτεχνες
Συχνά ψυχανεμίζεται σε μάχες δήθεν ύποπτες
Τα ίχνη του παράτολμα στους ουρανούς σκορπίζει
Τις ιαχές των πόθων του κάθετα εκσφενδονίζει.

Ένα κολλιέ μου χάρισε με κόκκους της ερήμου
Να τους μετρώ να μην ξεχνώ ίχνη απ’ το κορμί του
Ζωγράφισε τις μέρες μου κι όλα τα όνειρα μου
Άγριο φως πανσέληνου στα ανομήματα μου.

Της κορεσμένης μου ψυχής
Μικρό διάλειμμα,
Στον εμπαιγμό των χρόνων μου
Απάτης παρανάλωμα,
Απ’ την αγκύλη κρέμομαι
Μίας αστής ζωής
Με στεναγμούς αισχύνομαι
Έκφυλης ηδονής.  

Νίνα Μαγ., 21/05/2014




Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

                                           

Ντυμένος επουράνιους ήχους την σκάλα των αστεριών αναρριχήθηκε σφίγγοντας την πρόσφατη ανάμνηση της στιβαρά στα δυό του ημισφαίρια. Στα ακροδάχτυλά του η αίσθηση του δέρματος της έσταζε νωπή ακόμα, το βλέμμα της στο Ηράκλειο στήθος του ταμπούρλο έπαιζε εναλλάξ με την καρδιά του, μια γλυκειά γεύση ξινού αποχωρισμού τον έκανε να ανεβοκατεβάζει ακατάπαυστα το αισθητήριο της πλησμονής, τα όρια του πλάτυναν στο υπογάστριο, η σάρκα του ένα ανυπάκουο ζώο με ατίθασες αναλαμπές νιότης, σχεδόν απρόσμενα το γεγονός της ανθοφορίας στα ενήλικα του μάτια  διαχύθηκε. Είχε καταφέρει να στρέψει τα νώτα του στο διάστημα και να αφαιρέσει χρώματα από το ουράνιο τόξο της ζωής της, να κόψει στιγμές εκπλήρωσης από το χωράφι της καρδιάς της, να θερίσει ατόφιες επιφάνειες από τα όνειρα της, να σπείρει φρούδες αλήθειες και ειλικρινή θεατρινισμό στην προσπάθεια του να κατακτήσει τους εφιάλτες της. Τις αξημέρωτες νύχτες του τον Ίκαρο υποδυόταν αλλά οι δυνάμεις της γης μέσα της τον τραβούσαν και να πετάξει ποτέ του δεν κατάφερε. Στο σημείο που η κοφτερή άκρη της λεπίδας, εκεί ακριβώς που η πραγματικότητα του το τέλος της οριακά άγγιζε, όταν η φαντασία του σε άχρωμες θήκες τοποθετούσε τα πρέπει της ζωής του, συνεργό του αποφάσισε να την κάνει, παράνυμφο της  δυστυχίας του να την χρήσει, σποραδικά κομμάτια της πραγματικότητας του να της φυτέψει, κόκκοι από την έρημο του να ερημώσουν στο είναι της. Την πλαστική του στολή φόρεσε, με το περιτύλιγμα της κλασσικής ομορφιάς την στόλισε, μυρωδικά με εσάνς ανατολίτικου προσωπικού ενδιαφέροντος την κέρασε, εξωπραγματικές αλήθειες την τάισε, φυλακτό τους οι μέρες, καταφύγιο οι κοινές τους νύχτες στην ακινησία των νοτιάδων, όλα μαζί σε έναν έρωτα ερωτηματικό που θαυματουργά κατάφερνε να αφυπνίζει τα όργανά τους μέχρι που εκείνα φθάρηκαν.  Με την βοήθεια της τυφλότητας  άπλωσαν τις καρδιές τους στο τραπέζι των αισθήσεων και με τα μάτια τους κλειστά σε φανταστικούς παράδεισους χωρίς ορίζοντα οδηγήθηκαν, πότε εκείνος ήταν ο μπροστάρης, πότε εκείνη τα νώτα τους φύλαγε μιας και ο αυγερινός του πάντα σαν φάρος στις παραπλανήσεις τους χρησίμευε. Το βέλο της καθημερινότητας βάρυνε πάνω τους μα εκείνοι κάθε βράδυ όταν αντίκρυζαν ο ένας την ψυχή του άλλου, τρυφερά το παραμέριζαν και καταχώνιαζαν μέσα του το ανθρωπόμορφο τέρας της καταγωγής τους. Πόσο οικτίραν τα προσωπεία τους για το χαμένο παρελθόν, για τα ξοδεμένα λεπτά του χρόνου τους που τώρα με περίσσειο κομπασμό επιδείκνυε την αξία του λίγο πριν στην αφετηρία του αναγκαστούν να κατέβουν, για την ματαιότητα της απρόσμενης τους τύχης! Αυτή την νύχτα ακόμα μια φορά με λατρεία θα την τύλιγε κι έχοντας τους ιστούς τους για ασπίδα θα περνούσαν μαζί στην αιωνιότητα του μυθικού τίποτα. Χαμογέλασε στο ζώο που από γεννησιμιού του πιστά τον ακολουθούσε, έπρεπε να βρει τρόπους να το κατευνάσει κιόλας, την απόφαση του να διατηρήσει για τελευταία φορά τους όρκους του αγκάλιασε τρυφερά, ναι, για πρώτη φορά, τον χρόνο του που ρυτίδιαζε βρήκε τρόπο να παρακάμψει, τα συναισθήματα του ταυτόχρονα με την σάρκα του θα χειραγωγούσε όπως εκείνος ήθελε, όλους τους συμβιβασμούς του θα έσβηνε με μια και μόνο πράξη, ο ήρωας του αθέμιτου θα χρήζονταν. Ονειρεύτηκε την αναχώρηση ανορθόδοξα, εκείνη στα μάτια του αποτυπωμένη ακίνητη, εκείνος στα δικά της αντίστοιχα, με τις μυρωδιές τους ανάκατες και τα περιεχόμενα των μυαλών τους γεμάτα από την ίδια τους την ύπαρξη, το τίποτα στο φόντο, μια έρημο στο περιθώριο των εκτενών ζωών τους, οι δυο τους κενοί αλλά υπερπλήρεις ο ένας από την οντότητα του άλλου, μέχρι που το δηλητήριο μία θα έκανε τις δυο αναπνοές κι ύστερα καμμία, στο ευτυχές πουθενά θα ξαναβρίσκονταν χωρίς άγκυρες πλέον, χωρίς εξωτερικό περιβάλλον, χωρίς αντικατοπτρισμούς ασχήμιας. Κάθε κομμάτι σάρκας της που τις αισθήσεις του ξεσήκωνε πασάλειψε με αργό θάνατο, κάθε σημείο σάρκας του που εκείνη λάτρευε την έβαλε να αγγίξει με το λάγνο αισθητήριο της γεύσης της –ποιος λέει ότι η λύτρωση δεν πρέπει να έρχεται  σε στιγμές αναγέννησης  σκέφτηκε ύπουλα-, υπολόγισε τον χρόνο που στην κορύφωση ταυτόχρονα και οι τρεις τους θα έφταναν, εκείνος, εκείνη και το ευγενές  τέλος τους  και τρυφερά το είναι του μέσα της έκρυψε στην αιωνιότητα.

Νίνα Μαγ. 


Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Πάνω σε πύρινη δαφνιά παράδοξες περπατησιές αδέξια μετράω
Ίσκιους ατέρμονους που άδοξα μ’ απόκαμαν αδιάφορα ακουμπάω
Αδυνατώ το είναι μου στου έρωτα την πνιγηρή ανέμη να τυλίξω
Όνειρα που εξεγέρθηκαν, με λόγια που στοιχειώθηκαν θα πνίξω.

Άφτεροι άγγελοι που τις ψυχές τους έχασαν σε προδομένες μάχες
Σαν παλινόστησαν κρεμάλες έστησαν πάνω σε ματωμένες ράχες
Πύρινη λάβα η νιότη μου ασκητικά στα έγκατα της γης κυλάει
Το άπαν συσκοτίστηκε, στους πόλους μου ίχνη ζωής σκορπάει.

Στην πρύμνη των ευαίσθητων ωρών που αναίτια ξεφυλλίζω
Μια λάγνα αποτοξίνωση του μέλλοντος που αμφίβολα βαδίζω
Στα διάφανα ναυάγια που την ψυχή μου ανάπηρη κατάντησαν
Συνήθισα να ακουμπώ, από ψευτιές που αχρείοι μου καθόρισαν.

Τους νεκρωμένους δείχτες μου παράτολμα κουρδίζω
Με αβυσσαλέο τοκετό καινούργιο βιος χρονίζω
Απ’ τις γηραιές πυξίδες μου σκουριά θα ξεσκαρτάρω
Ήταν σαν χθες ν’ αντάμωσα τη νιότη που φλερτάρω.


Νίνα Μαγ., 11/03/14

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

AN



Αν στην ακρούλα του μυαλού σου μία μου σκέψη έχει γαντζωθεί
Αν ο πυρήνας σου πίκρες απ' την αλήθεια μου έχει επωμιστεί
Αν μέσ' τα όνειρα σου θρύμματα της σκιάς μου έχεις νοιώσει
Αν δυό κορμιά το πάθος μέσα στο βάθος τους έχουν απλώσει

Αν στεναγμοί σου με μια ταλάντευση ειρωνική χαράματα ηχούν
Αν για επιβεβαίωση σαν δυο κεριά οι δυο ψυχές λιποψυχούν
Αν σε μιαν άγνωστη πτυχή μια αχτίδα προσμονής κρυφά ξεφύτρωσε
Αν κάποτε η ζωή τα σχέδια μας ατυχώς δεν ολοκλήρωσε

Αν το συναίσθημα επιμελώς σε μια κηδεία δαντική έχει κρυφτεί
Αν κάποτε ένοιωσες πως ο Θεός στα άδυτα του έχει εξαφανιστεί
Αν με οράματα σκληρές πληγές σου αστές σφαίρες έχουν εκτελέσει
Αν μύρια δάκρυα στο διάβα σου τα μονοπάτια σου έχουνε σκορπίσει

Αν μοναξιά το βλέμμα σου το πνιγηρό έχει αγκαλιάσει
Αν ο ιστός της  βδελυρά κάθε σου όνειρο στυφά έχει ξεγράψει
Αν κάθε πέταγμα στους ουρανούς μ’ ακύρωση έχει ντυθεί
Αν ιδρωμένα χρόνια ανέμους και στοιχειά έχουν ζωστεί

Αν πόλεμος κι ειρήνη μες την διπολική ψυχή σου έχουν σπιτωθεί
Αν κάθε χάδι στην καρδιά σου μοιραία λήθη έχει καταραστεί
Αν οπτασίες του έρωτα μ’ ακάνθινο στεφάνι έχεις αδέξια στολίσει
Αν την ρομφαία του γερά κρατά και τις στερνές στιγμές έχει ορίσει

Τότε η απάντηση στον φόβο σου έχει πλέον δοθεί
Ο βαλτωμένος χρόνος σου σε λίγο τερματίζει
Στο' να σου χέρι όλοι οι κρυμμένοι θησαυροί
Στ’ άλλο η ελπίδα που έσβησε και την ψυχή ξεσκίζει.

Νίνα Μαγ. 05/02/2014