Follow by Email

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015



Το μηδέν απότομα τα μάτια άνοιξε.. Ακούμπησε το κομμάτι του κορμιού του που οδηγούσε στον εγκέφαλο και βεβαιώθηκε πως ήταν ακόμα ζωντανό. Η καρδιά παλλόταν ρυθμικά κάτω από την μπλούζα,  άκουγε τους  χτύπους της στην απόλυτη ησυχία του δωματίου κι  η μεγάλη φλέβα στο χέρι εξογκωμένη καθώς ήταν, έμοιαζε να δρασκελίζει την ζωή ακολουθώντας ροή ποταμού. Με αργές κινήσεις χάιδεψε πρώτα το γαλάζιο αστέρι στο αριστερό του χέρι  και κατόπιν την μωβ πεταλούδα στο στήθος, τα δυο σύμβολα που είχε επώδυνα χαράξει στην σάρκα του για να το συντροφεύουν εφεξής κι έριξε μια θλιβερή ματιά στην ηθική του υπόσταση. Διασωληνωμένο καθώς ήταν σε βουβό κλάμμα αναλύθηκε. Το ίδιο πρωί, βγαίνοντας το μηδέν  από το σπίτι του δεν φανταζόταν ότι θα συναντιόταν με το μοιραίο απροσδόκητο.  Την στιγμή ακριβώς που τα πρέπει του σκόπευε να πετάξει από ύψος, όταν από εγωισμούς θα έγδυνε το άναρχο κέλυφος του, ο πιλότος υστερικά του φώναξε ότι το δικινητήριο έχανε ύψος. Πετούσαν πάνω από μια επαρχιακή πόλη -το μηδέν κι ο πιλότος της αερολέσχης- και χάζευαν την ελληνική αφελή επαρχία. Το μηδέν, γνωστός κυνικός τιμωρός  μειδίαζε ειρωνικά στη θέα των κύκλων που οι επαρχιώτες συνήθιζαν να διαγράφουν κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία στις πλατείες. Ελλείψει θεαμάτων, οι αστοί που στην γη σταθερά πάταγαν, κάθε που τους έβλεπαν να περνούν από τα μέρη τους, τους χαιρέταγαν κι ο πιλότος, συχνός επισκέπτης του εναέριου χώρου τους έναν αετό είχε κρεμάσει στην ουρά του δικινητήριου. Πάνω του γράμματα έβαζε γεμάτα επιθυμίες, ανύπαντρες γυναίκες που ταίρι ζητούσαν κι άλλοι που απ’ τα δεσμά τους να απαλλαγούν ήθελαν, ξόρκια και μαγικά για να ταίσει τους επίγειους μύθους, όλα στον άνεμο να σκορπίσουν και να σκορπιστούν.. Το μηδέν στήλωσε πικρά το βλέμμα του στον πιλότο. Το προηγούμενο βράδυ είχε υπάρξει θύμα εγκατάλειψης όταν το κατά φαντασίαν σημαντικό άλλο τόσπρωξε με μανία πάνω στις ράγες του τραίνου των ανεκπλήρωτων προβλέψεων. Από θαύμα γλύτωσε την απόρριψη καθώς ένας περαστικός αχός το επανέφερε στη ζωή κάνοντας του τεχνητή αναπνοή με χάδια. Και τώρα, πριν καν προλάβει να συνέλθει από τον παρολίγο θάνατο κινδύνεψε ξανά, αλλά αυτήν την φορά απειλήθηκε με το πραγματικό φαινόμενο. Οι εικόνες του πεσίματος καρέ-καρέ πολλαπλασίασαν τα δάκρυα ποτάμι, οι  σκιαγμένοι μουστακαλήδες από πάνω του να σταυροκοπιούνται, ο αμελής πιλότος ατολμία πλημμυρισμένος να διαχέει το σκουληκιασμένο του εγώ ξέπνοα, τα τρομαγμένα σκυλιά  που άραζαν στην πλατεία αλαφιασμένα να διαδίδουν το αναπάντεχο συμβάν και τελικά ο μηδενισμός του μηδέν. Κάπου στην αδικία του χρόνου, πριν λιποθυμήσει,  είχε πιστέψει  πως αγαπήθηκε. Ακρωτηριασμένες μνήμες το έκαψαν, το κλάμμα στέγνωσε από την ψυχή του, χάιδεψε με θάρρος τις μόνιμες ζωγραφιές πάνω στο σώμα του, η πεταλουδίτσα τίναξε χαριτωμένα τα χρώματα από τα φτερά της, πάνω στο γαλάζιο αστέρι κάθησε και τα δυο μαζί ελπίδες γέμισαν το περήφανο μηδέν που’χε φουσκώσει. Ανέκτησε τις αναπνοές της μοναξιάς, το σκούρο απ’ την καρδιά του κόκκινο βάπτισε, φως γέμισε τ’ ορθάνοικτο μυαλό του, ρίγησε στις ζωντανές του αποφάσεις  μέλλοντος, με τον χιτώνα της διακριτικότητας ξαναφλερτάρισε, είμαι αυτόνομο κι επίγειο αντήχησαν οι τοίχοι του εγώ του, τ’ αστέρια έσβησαν κι όλα ξανά στην θέση τους επανήλθαν..

                             


2 σχόλια:

  1. ποιητική πεζοπορία στο αέρα του παρελθόντος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ....το γαλζιο αστερι στο αριστερο το μπρατσο κσι η πετσλουδα στο στηθος...σημδια ανεξιτηλα ενοε παραφωρου ερωτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή