Follow by Email

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

                                           

Ντυμένος επουράνιους ήχους την σκάλα των αστεριών αναρριχήθηκε σφίγγοντας την πρόσφατη ανάμνηση της στιβαρά στα δυό του ημισφαίρια. Στα ακροδάχτυλά του η αίσθηση του δέρματος της έσταζε νωπή ακόμα, το βλέμμα της στο Ηράκλειο στήθος του ταμπούρλο έπαιζε εναλλάξ με την καρδιά του, μια γλυκειά γεύση ξινού αποχωρισμού τον έκανε να ανεβοκατεβάζει ακατάπαυστα το αισθητήριο της πλησμονής, τα όρια του πλάτυναν στο υπογάστριο, η σάρκα του ένα ανυπάκουο ζώο με ατίθασες αναλαμπές νιότης, σχεδόν απρόσμενα το γεγονός της ανθοφορίας στα ενήλικα του μάτια  διαχύθηκε. Είχε καταφέρει να στρέψει τα νώτα του στο διάστημα και να αφαιρέσει χρώματα από το ουράνιο τόξο της ζωής της, να κόψει στιγμές εκπλήρωσης από το χωράφι της καρδιάς της, να θερίσει ατόφιες επιφάνειες από τα όνειρα της, να σπείρει φρούδες αλήθειες και ειλικρινή θεατρινισμό στην προσπάθεια του να κατακτήσει τους εφιάλτες της. Τις αξημέρωτες νύχτες του τον Ίκαρο υποδυόταν αλλά οι δυνάμεις της γης μέσα της τον τραβούσαν και να πετάξει ποτέ του δεν κατάφερε. Στο σημείο που η κοφτερή άκρη της λεπίδας, εκεί ακριβώς που η πραγματικότητα του το τέλος της οριακά άγγιζε, όταν η φαντασία του σε άχρωμες θήκες τοποθετούσε τα πρέπει της ζωής του, συνεργό του αποφάσισε να την κάνει, παράνυμφο της  δυστυχίας του να την χρήσει, σποραδικά κομμάτια της πραγματικότητας του να της φυτέψει, κόκκοι από την έρημο του να ερημώσουν στο είναι της. Την πλαστική του στολή φόρεσε, με το περιτύλιγμα της κλασσικής ομορφιάς την στόλισε, μυρωδικά με εσάνς ανατολίτικου προσωπικού ενδιαφέροντος την κέρασε, εξωπραγματικές αλήθειες την τάισε, φυλακτό τους οι μέρες, καταφύγιο οι κοινές τους νύχτες στην ακινησία των νοτιάδων, όλα μαζί σε έναν έρωτα ερωτηματικό που θαυματουργά κατάφερνε να αφυπνίζει τα όργανά τους μέχρι που εκείνα φθάρηκαν.  Με την βοήθεια της τυφλότητας  άπλωσαν τις καρδιές τους στο τραπέζι των αισθήσεων και με τα μάτια τους κλειστά σε φανταστικούς παράδεισους χωρίς ορίζοντα οδηγήθηκαν, πότε εκείνος ήταν ο μπροστάρης, πότε εκείνη τα νώτα τους φύλαγε μιας και ο αυγερινός του πάντα σαν φάρος στις παραπλανήσεις τους χρησίμευε. Το βέλο της καθημερινότητας βάρυνε πάνω τους μα εκείνοι κάθε βράδυ όταν αντίκρυζαν ο ένας την ψυχή του άλλου, τρυφερά το παραμέριζαν και καταχώνιαζαν μέσα του το ανθρωπόμορφο τέρας της καταγωγής τους. Πόσο οικτίραν τα προσωπεία τους για το χαμένο παρελθόν, για τα ξοδεμένα λεπτά του χρόνου τους που τώρα με περίσσειο κομπασμό επιδείκνυε την αξία του λίγο πριν στην αφετηρία του αναγκαστούν να κατέβουν, για την ματαιότητα της απρόσμενης τους τύχης! Αυτή την νύχτα ακόμα μια φορά με λατρεία θα την τύλιγε κι έχοντας τους ιστούς τους για ασπίδα θα περνούσαν μαζί στην αιωνιότητα του μυθικού τίποτα. Χαμογέλασε στο ζώο που από γεννησιμιού του πιστά τον ακολουθούσε, έπρεπε να βρει τρόπους να το κατευνάσει κιόλας, την απόφαση του να διατηρήσει για τελευταία φορά τους όρκους του αγκάλιασε τρυφερά, ναι, για πρώτη φορά, τον χρόνο του που ρυτίδιαζε βρήκε τρόπο να παρακάμψει, τα συναισθήματα του ταυτόχρονα με την σάρκα του θα χειραγωγούσε όπως εκείνος ήθελε, όλους τους συμβιβασμούς του θα έσβηνε με μια και μόνο πράξη, ο ήρωας του αθέμιτου θα χρήζονταν. Ονειρεύτηκε την αναχώρηση ανορθόδοξα, εκείνη στα μάτια του αποτυπωμένη ακίνητη, εκείνος στα δικά της αντίστοιχα, με τις μυρωδιές τους ανάκατες και τα περιεχόμενα των μυαλών τους γεμάτα από την ίδια τους την ύπαρξη, το τίποτα στο φόντο, μια έρημο στο περιθώριο των εκτενών ζωών τους, οι δυο τους κενοί αλλά υπερπλήρεις ο ένας από την οντότητα του άλλου, μέχρι που το δηλητήριο μία θα έκανε τις δυο αναπνοές κι ύστερα καμμία, στο ευτυχές πουθενά θα ξαναβρίσκονταν χωρίς άγκυρες πλέον, χωρίς εξωτερικό περιβάλλον, χωρίς αντικατοπτρισμούς ασχήμιας. Κάθε κομμάτι σάρκας της που τις αισθήσεις του ξεσήκωνε πασάλειψε με αργό θάνατο, κάθε σημείο σάρκας του που εκείνη λάτρευε την έβαλε να αγγίξει με το λάγνο αισθητήριο της γεύσης της –ποιος λέει ότι η λύτρωση δεν πρέπει να έρχεται  σε στιγμές αναγέννησης  σκέφτηκε ύπουλα-, υπολόγισε τον χρόνο που στην κορύφωση ταυτόχρονα και οι τρεις τους θα έφταναν, εκείνος, εκείνη και το ευγενές  τέλος τους  και τρυφερά το είναι του μέσα της έκρυψε στην αιωνιότητα.

Νίνα Μαγ. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου